ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ. Τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Γέροντος Πορφυρίου. (Δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο Εκκλησίας Κρήτης ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ τ. 46)
Στή σύγχρονη πραγματικότητα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει κάποια προβλήματα, τά ὁποῖα ὀφείλονται στό ἀνθρώπινο στοιχεῖο της, στά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατά τή γνώμη μας, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπό τή μικρή ἐμπειρία μας σέ διάφορες ἐκκλησιαστικές κοινότητες καί στό χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, τό μεγαλύτερο πρόβλημα εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος ἤ ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης, τόσο σέ προσωπικό ὅσο καί σέ συλλογικό ἐπίπεδο. Τό φρόνημα εἶναι δύσκολο νά τό ὁρίσεις καί νά τό ἐξηγήσεις. Μποροῦν νά δοθοῦν πολλοί ὁρισμοί στή φράση «ἐκκλησιαστικό φρόνημα».[1] Ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει νά τονιστεῖ ἡ πτυχή τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἐνεργοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας σέ σχέση μέ τούς ποιμένες του. Εἶναι ἄλλο πράγμα νά ὑπάρχει ἡ διαφορετική ἄποψη, νά ἐκφράζεται ἡ ἀντίθετη γνώμη, νά ἐξετάζεται ἡ ἄλλη προσέγγιση, νά διατυπώνονται τά ἐνάντια ἐπιχειρήματα καί ἄλλο πράγμα τό φρόνημα, τό σύνολο τῆς σκέψης καί τῆς βιοτῆς, ὅπου καρπίζουν οἱ στοχασμοί, οἱ ἐκτιμήσεις, τά ἐπιχειρήματα, οἱ ἐπιλογές καί τελικῶς οἱ πράξεις.
Πολλές εἶναι οἱ αἰτίες γιά αὐτήν τήν ἔλλειψη ὀρθοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Σαφῶς ἀναγκαία εἶναι ἡ πνευματική προσπάθεια γιά τήν καλλιέργειά του. Διαφορετικά δημιουργοῦνται ἤ ἐφευρίσκονται προβλήματα. Μεταξύ ἄλλων προβλημάτων ὑπάρχει, γιά ὁρισμένους, ἡ διάσταση μεταξύ χαρίσματος καί θεσμοῦ[2] στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού διακονοῦν τίς δομές διοίκησης καὶ ποιμαντικῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἔξαρση εἴτε τοῦ θεσμικοῦ εἴτε τοῦ χαρισματικοῦ στοιχείου. Ἡ ἀντίληψη αὐτή γίνεται σοβαρό πρόβλημα ὅταν ὑπάρχει ἡ ἀπορία: «ποιόν ἀκολουθοῦμε σέ πνευματικά θέματα;»
Συνήθως ὡς χαρισματικοί θεωροῦνται ἄνθρωποι ἀπόκοσμοι ἤ ἀσκητές μοναχοί, ἐνῶ οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί, πού ζοῦν στόν κόσμο, ταυτίζονται λανθασμένα μέ τό κοσμικό φρόνημα. Κοντά σέ αὐτούς ἀπορρίπτονται καί πολλοί θεολόγοι μέ ἀκαδημαϊκά προσόντα. Μερικές φορές κάποιοι ἐξ αὐτῶν, ὡς τρεπτοί ἄνθρωποι, δίνουν λαβές γιά ἀμφισβήτηση ἀλλά εἶναι ἄδικο νά καταδικάζονται ὅλοι. Μήν ξεχνοῦμε αὐτά πού ψάλλουμε τήν Πεντηκοστή: τό Ἅγιο Πνεῦμα συγκροτεῖ τό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας καί χορηγεῖ τά χαρίσματα, διαφορετικά γιά τόν καθένα ἀλλά ἐξίσου ἀπαραίτητα γιά τήν οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο πού ταυτίζει τό χάρισμα μέ τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας.[3]
Βεβαίως οἱ χαρισματικοί ἄνθρωποι δέν ἐμφανίζονται μόνο σέ ἐκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ἡ κοινωνία καί ἡ πολιτική ὑπῆρξαν χῶροι δράσης τέτοιων προσώπων. Βεβαίως ἐκεῖ ἡ ἔννοια τῆς λέξης διαφέρει. Χαρισματικοί γιά ἐκείνους τούς χώρους δέν εἶναι οἱ μέτοχοι τῆς Θεῖας Χάριτος. Ὅμως καί ἐκεῖ ἐμφανίζουν θρησκευτικά χαρακτηριστικά, διότι οἱ χαριματικοί φέρονται νά εἶναι προικισμένοι μέ ἐξαιρετικά προσόντα, μέ ὑπερφυσικές, δυνάμεις, συνήθως θεόπεμπτες.[4] Ἄν βασίζονται μόνο σέ αὐτό ἡ δράση τους πολλές φορές μπορεῖ νά γίνει ἐπιζήμια, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ἀλάθητος ἄνθρωπος. Πάντως μέ τήν παρουσία τους ἕλκουν ἤ ἀπωθοῦν τούς ἄνθρώπους καί τούς ὁδηγοῦν σέ διάφορες κατευθύνσεις καί ένέργειες. Αὐτό δέν ἐξηγεῖται μόνο μέ λογικά κριτήρια καί ἀσφαλῶς δέν θά τό διαπραγματευτοῦμε ἑμεῖς στό παρόν κείμενο.
Γιά νά ἐπανέλθουμε στόν έκκλησιαστικό χῶρο, ἐξετάζοντας τήν ἱστορία, γνωρίζουμε ὅτι ἐμφανίστηκε ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων ἡ ἀντίθεση μεταξύ τῶν ἐπισκόπων (κατά βάση ἐκπροσώπων θεσμικῶν) καί τῶν μοναχῶν (θεωρουμένων ἀπὸ ὁρισμένους ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος χαρισματικῶν). Ἡ ἀντίθεση αύτή καί ἡ προσπάθεια ὑπέρβασής της ἐκφράστηκε σέ συνοδικά κείμενα (Κανόνες 4ος, 8ος καί 24ος Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κανόνες 34ος, 41ος καί 42ος Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου)[5] καί γι᾿ αὐτό εἶναι περιττή ἡ ἄρνησή της.
Μιά λύση, ὥστε νά ὑπάρξει ὑπέρβαση τῆς ἀντιθέσεως, εἶναι στό ἴδιο πρόσωπο νά συνυπάρχουν ὁ θεσμός καί τό χάρισμα, ὅπως ἤδη προτάθηκε στά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα. Ἐπίσης ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος με τήν ἀπόφαση νά ἐκλέγονται ἐπίσκοποι ἀπό τήν τάξη τῶν μοναχῶν προσπάθησε νά λύσει τό πρόβλημα.[6] Ἄλλη λύση θά μποροῦσε νά εἶναι μέν ἡ ὑπακοή στή θεσμική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί ὁ σεβασμός στό χαρισματικό στοιχεῖο της.
Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἔντονη διάκριση θεσμοῦ καί χαρίσματος θυμίζει προτεσταντισμό.[7] Οἱ Ὀρθόδοξοι δέ βλέπουν ἀντίθεση μεταξύ Πνεύματος καί Τάξεως ἤ τῆς Ἐκκλησίας ὡς χαρισματικῆς κοινωνίας καί καθιδρύματος.[8] Ἡ ποικιλία τῶν χαρισμάτων δέν διασπᾶ τήν ἐνότητα. Ἄλλωστε στήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα ἡ χρησιμότητα ὅλων τῶν μελῶν εἶναι συνηθέστερη ἀπό ἀλλες εἰκόνες, ὅπως αὐτή τοῦ καθιδρύματος, πού κυριάρχησαν στή δυτική σκέψη.
Ἀπλανεῖς ὁδηγοί γιά νά ὁδηγηθοῦμε σέ πραγματική λύση τοῦ προβλήματος μποροῦν νά εἶναι οἱ θεούμενοι, οἱ Ἅγιοι. Ἐντελῶς ἐνδεικτικά θά ἀναφέρω κάποιες ἀπόψεις, γιὰ αὐτό τὸ θέμα, τοῦ προσφάτως ἀναγνωρισμένου Ἁγίου Γέροντος Πορφυρίου. Οἰ λόγοι ποὺ τὸν ἐπιλέξαμε; Πρῶτον, πρόκειται γιὰ ἄνθρωπο πού, κατά κοινή ὁμολογία, συνυπήρξαν στό πρόσωπό του ὁ θεσμικός ρόλος καί τό χάρισμα.[9] Ὕπῆρξε χειροτονημένος κληρικός καί ἅγιος μοναχός. Δεύτερον, συνδύαζε ἄριστα τή μυστηριακή μέ τήν ἀσκητική ζωή. Ὡς λειτουργός βίωνε τήν ὑπέρβαση καὶ αὐτῆς τῆς διαίρεσης σέ κάθε Θεία Λειτουργία.[10] Τρίτον, εἶναι γνωστὸς, ἀγαπητός, κοντὰ μας χρονικά καί ζωντανό παράδειγμα γιά ὅλους μας. Ἄλλωστε δέν ὑπάρχει ξεχωριστή «θεολογία» κάθε Πατέρα, ἀλλά αὐτός γίνεται στήν ἐποχή του ὁ εκφραστής τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί διδασκαλίας.
Ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Πατήρ ἐν πρώτοις, τήν κοινοτική διάσταση τῆς σωτηρίας. Τονίζει ὅτι γιά τούς Ὀρθοδόξους ἡ ἁγιότητα δὲν κατανοείται ὡς προσωπικό κατόρθωμα ἀνεξάρτητο ἀπό τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Τά μέλη τοῦ σώματος ἔχουν κεφαλή τόν Χριστό. Εἶναι δεμένα μεταξύ τους καί μέ τήν Κεφαλή ἀδιάσπαστα. Ἡ ἀγάπη καί τό ἔλεος του Χριστοῦ σώζει, ὅταν παραμένει ὁ ἄνθρωπος κοντά Του, ὄχι τά ἔργα καί οἱ ἀρετές. Ἔλεγε: «Κανείς δέν πρέπει νά θέλει νά σωθεῖ μόνος του, χωρίς νά σωθοῦν καί οἰ ἄλλοι. Εἶναι λάθος νά προσεύχεται κανείς γιά τόν ἑαυτό του, γιά νά σωθεῖ ὁ ἴδιος. Τούς ἄλλους πρέπει νά ἀγαπᾶμε καί νά προσευχόμαστε νά μή χαθεῖ κανείς. νά μποῦν ὅλοι στήν Ἐκκλησία. Αὐτό ἔχει ἀξία. Καί μ᾿ αὐτήν τήν ἐπιθυμία πρέπει νά φεύγει κανείς ἀπ᾿ τόν κόσμο, γιά νά πάει στό μοναστήρι ἤ στήν ἔρημο»[11]. Οἱ ἄλλοι προηγοῦνται τοῦ ἐαυτοῦ μας, λέει θυμίζοντας τόν ἀπόστολο Παῦλο.[12]
Χῶρος τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή ἔχει τούς τύπους, τούς κανόνες, τούς λειτουργούς της, τούς Ἁγίους της, οἱ ὁποῖοι εἶναι φορεῖς τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Σημειώνει σύγχρονος Ἱεράρχης: «Τό ἐξέχον χαρακτηριστικό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος ἦταν γιά τόν ἅγιο ὁ σεβασμός καί ἡ ὑπακοή στούς Ἐπισκόπους καί στήν ἐπίσημη Ἐκκλησία. Ὁ ὅσιος Πορφύριος λοιπόν ἐνοχλεῖτο ὅταν ἔβλεπε ὅσα γράφονταν ἐναντίον τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας. «Νά πονᾶμε γιά τήν Ἐκκλησία», ἔλεγε. Νά τήν ἀγαπᾶμε πολύ. Νά μήν δεχόμεθα νά κατακρίνουν τούς ἀντιπροσώπους της. Στό Ἅγιο Ὄρος τό πνεῦμα πού ἔμαθα ἦταν ὀρθόδοξο, βαθύ, ἅγιο, σιωπηλό, χωρίς ἔριδες, χωρίς καυγάδες καί χωρίς κατακρίσεις. Νά μήν πιστεύουμε τούς ἱεροκατηγόρους. Καί μέ τά μάτια μας νά δοῦμε κάτι ἀρνητικό νά γίνεται ἀπό κάποιο ἱερωμένο, νά μήν τό πιστεύουμε, οὔτε νά τό σκεπτόμαστε, οὔτε νά τό μεταφέρουμε. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά λαϊκά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὅλοι εἴμαστε Ἐκκλησία. Ὅσοι κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία καί τά λάθη τῶν ἐκπροσώπων της, μέ σκοπό δῆθεν νά βοηθήσουν τή διόρθωσή της, κάνουν μεγάλο λάθος. Αὐτοί δέν ἀγαποῦν τήν Ἐκκλησία, οὔτε τόν Χριστό…». Ἡ Ἐκκλησία δέ τοῦ Χριστοῦ ἐν προκειμένῳ ταυτίζεται μέ αὐτήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῶν ἐπικοινωνούντων μαζί του τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.»[13] Ἡ μαρτυρία αὐτή ἀναφέρεται καί στή συνήθη ἁμαρτία πολλῶν ἐξ ἡμῶν, τήν ἱεροκατηγορία, ἡ ὁποῖα μας κάνει ἄδικους κριτές τῶν ἀδελφῶν καί πατέρων μας.
Ἐπιπλέον τῆς παραπάνω μαρτυρίας καί εἰς ἐπίρρωσή της μποροῦμε να προσθέσουμε μία γραπτή. «Ἦταν ὁ γέροντας ἐκκλησιοκεντρικός. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἡ βάση τῆς ὅλης ζωῆς καί δραστηριότητός του. Μάλιστα τόν εἶχα δεῖ πολλές φορές, ὅταν μιλοῦσε γιά τήν Ἐκκλησία, νά ἀναλύεται εἰς δάκρυα. Ἔτρεφε ἀπόλυτο σεβασμό στήν ἐπίσημη Ἐκκλησία. Ὁ ἐπίσκοπος ἦταν εἰς τόπον καί εἰς τύπον Χριστοῦ. Τόν στεναχωροῦσε ἀφάνταστα ὅταν ἔβλεπε νά κατηγοροῦν ἐπισκόπους. Νά γράφουν ἐναντίον τῶν ἐπισκόπων. Ὅ,τι καί νά εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, εἶναι ἡ κεφαλή. Εἶναι εἰς τόπον καί εἰς τύπον Χριστοῦ. Αὐτό ἦταν ἱερή ὑπόθεση γιά τό Γέροντα»[14]. Τά δάκρυα δέν ἦταν ἀπλῶς μία συναισθηματική ἀντίδραση γιά τήν ἀδικία ἀλλά ἴσως συμπάθεια γιά τήν κατάσταση τῶν ἀδικούντων.
Θά μποροῦσε νά διατυπωθεῖ ἡ ἀντίρρηση ὅτι καί ὁ ἐπίσκοπος ὡς ἄνθρωπος ἐνδεχομένως ἁμαρτάνει ἤ ἔχει αἱρετικές αντιλήψεις. Ὡστόσο στήν Πατερική παράδοση τό δικαίωμα γιά ἔλεγχο καί γιά διόρθωση, ἰδίως τῶν κληρικῶν, δέν δίδεται στόν καθένα. Ἡ συνοδική ἔκφραση ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, διά τῶν ἐπισκόπων, ἔχει σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τήν τελική κρίση, ἀκόμη καί σέ ἐποχές πού ἐλάχιστοι, κληρικοί, μοναχοί ἤ λαϊκοί, ἐξέφραζαν ἀρχικῶς τήν Ὀρθοδοξία. Ἡ διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων μέ τήν ἁγιοπνευματική πνοή της ἐπηρέασε ἀλλά καί ἐπικυρώθηκε συνοδικῶς καί ἔτσι ἀπέκτησε οἰκουμενική ἰσχύ. Ἀκόμη καὶ οἱ αἱρετικοί προσπαθοῦσαν νὰ συγκροτήσουν ἐπισκοπικές συνόδους γιὰ νὰ κατοχυρώσουν τὶς ἀπόψεις τους, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ἐκεῖ ἀποφαίνεται αὐθεντικά ἡ Ἐκκλησία, ἐνῶ στὴν ἐποχή μας καθένας (μόνος ἤ με τοὺς ὁμοϊδεάτες του) νιώθει ἐλεύθερος νὰ χαρακτηρίζει ὀρθόδοξο ἤ αἱρετικό ὁποιονδήποτε ἤ ὁτιδήποτε κρίνει.[15]
Εὐκταῖο εἶναι ὁ κληρικός νά ἔχει διαβεῖ τήν κάθαρση καί νά βρίσκεται σέ κατάσταση φωτισμοῦ ἤ θεώσεως. Ἔτσι καί τά θεσμικά ὄργανα πού θά ἀποτελοῦνται ἀπό θεούμενους θά ὀρθοτομοῦν τό λόγο τῆς ἀληθείας[16] Ὡστόσο γιά τόν Ἅγιο Πορφύριο εἶναι ἀπαραίτητος ὁ δεσμός μέ τόν θεσμικό ἐκπρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλιῶς τό ὅποιο χάρισμα καθίσταται ἀνενεργό. «Ἄν τά χαλάσω μέ τόν ἐπίσκοπο, ἄν ὁ ἐπίσκοπος εἶναι θυμωμένος μαζί μου, ἡ προσευχή μου δέν ἀνεβαίνει στόν οὐρανό».[17]Φοβερό νά τό ἀκοῦμε γιά τήν προσευχή τοῦ Ὁσίου καί τρομερό νά σκεφτοῦμε τί θά συμβαίνει μέ τή δική μας προσευχή σέ ἀνάλογη κατάσταση.
Για τό ἅγιο Γέροντα κανείς δέν ὑποκαθιστᾶ τόν ἐπίσκοπο. Ὁ ρόλος του ἔχει κεντρική σημασία γιά τή λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί τῶν ἐντός αὐτοῦ χαρισμάτων. Αὐτά ἐνεργοῦν σέ συνάρτηση μεταξύ τους γιά χάρη τῶν πιστῶν. Ἄρα οἱ λοιποί χαρισματοῦχοι δροῦν ἀποτελεσματικότερα μέ ταπείνωση καί διάκριση. Δεν αὐτονομοῦνται τά χαρίσματα ἀλλά ἐκκλησιάζονται στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Οἱ ἱεροί κανόνες ὁρίζουν την ὑπακοή στόν ἐπίσκοπο, ἐκτός ἀπό τήν περίπτωση πού κηρύττει φανερή αἵρεση. Αὐτό ὅμως δέν τό διαπιστώνει καί δέν τό κρίνει καθένας μόνος του ἀλλά ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς. Ἀσφαλῶς ἡ αἵρεση καί τό σχῖσμα εἶναι ἐπικίνδυνα γιά τήν πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου, κληρικοῦ ἤ λαϊκοῦ. Ὅμως γιά τόν Ἅγιο ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἐπιδιώκεται ἀδιαπραγμάτευτα. Αὐτή ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, τό Σῶμα πού ἔχει Κεφαλή τόν Χριστό. «Γιά νά διατηρήσουμε τήν ἑνότητά μας, θά πρέπει νά κάνομε ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, στούς ἐπισκόπους της. Ὑπακούοντας στήν Ἐκκλησία, ὑπακούομε στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ὁ Χριστός θέλει νά γίνουμε μία ποίμνη μ᾿ ἕναν ποιμένα».[18]Ἐμφανίζεται ἔτσι ὁ ἅγιος Πορφύριος ὡς γνήσιος συνεχιστής τῆς ἱερής παράδοσης ποῦ ξεκινᾶ ἀπό τήν Ἀποστολική Σύνοδο[19] καί ἐκφράζεται καθαρότερα ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο το Θεοφόρο[20] καί φτάνει σήμερα σέ ἑμᾶς.
Πολλές φορές σωστά οἱ χαρισματικοί γίνονται πνευματικοί ὁδηγοί τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τρόπος πού γίνεται ἔχει σημασία. Θυμίζοντας τήν Κλίμακα, ἔλεγε για τούς γέροντες ὁ Ἅγιος: «Ὁ Γέροντας νά εἶναι στή σκιά»[21] προφανῶς ἐννοώντας ὅτι δέν πρέπει νά προβάλλει τόν ἑαυτό του καί τίς προσωπικές ἀπόψεις του, ἀλλά νά ἐκφράζει τό βίωμα καί τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐπίσκοπος λόγῳ θέσης εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά μείνει στή σκιά ἀφοῦ ἐτέθη «ἐπί τῇ λυχνίᾳ».[22] Ἀπαραιτήτως ὀφείλει νά ἐκφράζει τό κοινό ἐκκλησιαστικό βίωμα καί φρόνημα, τόσο στήν ἐπαρχία του ὅσο καί στή σύνοδο. «Οἱ ἐπίσκοποι ὄχι μόνο μποροῦν, ἀλλά καί ὀφείλουν νά μετέχουν στίς συνόδους. Σέ μιά σύνοδο εἶναι εὐκαιρία νά συζητεῖται, νά ἐκφράζεται καί νά διατηρεῖται ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν καί ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο στήν ἐκκλησιολογία».[23] Βεβαίως ὁ ἐπίσκοπος οφείλει νά γνωρίζει ὅτι ἡ συνοδικότητα δέν εἶναι προσωπικό γνώρισμα, διαπερνᾶ ὅλα τά ἐπίπεδα καί ἀφορᾶ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι ὁ Ἅγιος Πορφύριος σεβόταν ὅλα τά δῶρα καί χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί ὅσα δέν φαίνονται ἀμέσως σχετικά μέ τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, ὅπως ἡ ἐπιστήμη, ἀλλά τελικά καί αὐτά ἐντάσσονται σέ αὐτό. «Ὅταν τόν ρωτοῦσε κανείς ποιό εἶναι τό σωστό ἡμερολόγιο, τό παλαιό ἤ τό νέο, συνήθιζε νά ἀπαντάει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιστημονικό θέμα, νά πᾶτε στούς ἐπιστήμονες νά σᾶς ποῦν». Ἀκολουθοῦσε καί σέ αὐτό τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου: «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ».[24] Ἡ ἀρετή τῆς διάκρισης εἶναι ἀψευδής μαρτυρία γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καί φρονήματος. Δέν ὑπερέβαινε ὁ Γέροντας τά ὅρια καί δέν συνέχεε τίς ἀρμοδιότητες ἄν καί φωτισμένος, ἐνῶ παρατηροῦμε τόν ἑαυτό μας νά τό κάνει ἄν καί εἴμαστε πνευματικά νήπια.
Ὅσο καί ἄν φαίνεται ὑπερβολικό σέ κάποιους, ὁ Ὅσιος ἔλεγε ὅτι ὁ ἴδιος ποτέ δέν θά ἔφευγε ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὁ,τιδήποτε κι ἄν συνέβαινε, καί συμβούλευε μερικούς κληρικούς, πού εἴχανε διαφορές μέ τήν ἐπίσημη Ἐκκλησία, νά κάνουν τό πᾶν νά γεφυρώσουν τή διαφορά καί νά ἐπιστρέψουν στήν Ἐκκλησία. Ἔλεγε μάλιστα: «προτιμῶ νά πλανῶμαι μέσα στήν Ἐκκλησία, παρά νά φύγω ἀπό τήν Ἐκκλησία». Καί συνέχιζε ὅτι δέν θά ἤθελε νά σωθεῖ μόνος του, δίχως τήν Ἐκκλησία καί ὅτι δέν θά ἐγκατέλειπε τό πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας γιατί ἔπαθε ρωγμή ἤ γιατί κινδύνευε[25].
Ἄν στραφοῦμε στήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης θά διαπιστώσουμε νά ὑπάρχει τό ὑγιές ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Σοφῶς καί σαφῶς ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης κυρὸς Εὐγένιος μέ ὁμιλία του ἔφερε στό προσκήνιο τό θέμα καί ἔδειξε τίς διαστάσεις του.[26] Ἐπίσης τό ἴδιο πνεῦμα ἐκφράστηκε στήν ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου γιά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 2018, ὄπου τονίζεται: «ἡ ἐκδηλούμενη στίς ἡμέρες μας ἐκμετάλλευση τῆς Ὀρθόδοξης εὐσέβειας, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί διδαχῶν της, μέ πρόφαση τήν Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι καταταστάσεις τραυματικές καί ἐπικίνδυνες, οἱ ὁποῖες, δυστυχῶς, αὐξάνονται παρασιτικά στό Σῶμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας…. ἡ βάση αὐτῶν τῶν τάσεων, οἱ ὁποῖες παρατηροῦνται καί στή Μεγαλόνησο Κρήτη, ἑδράζεται κατ᾽ οὐσίαν στή φιλαυτία, τόν ἐγωκεντρισμό, τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ναρκισισμό. Δῆθεν «χαρισματικοί», μέ τίς ἀνεκκλησίαστες ἐνέργειές τους καί τήν αὐθαίρετη καί ὑποκειμενική οἰκειοποίηση τῆς ἀλήθειας, ἐνεργοῦν ἀντορθόδοξα καί ἀντεκκλησιαστικά… Νά ἔχομε ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μπορεῖ νά διακρίνει καί νά διασφαλίσει τό ἀληθινά Ὀρθόδοξο ἀπό τό «δῆθεν», τό αὐθεντικό ἀπό τό ψεύτικο, τό πνευματικά ὑγιές ἀπό τό ἄρρωστο, τό ἐνάρετο ἀπό τό ὑποκριτικό.»[27] Ἐπισημαίνει τό πρόβλημα, ἐντοπίζει τίς αἰτίες, προτείνει τή λύση.
Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Ἅγιος Πορφύριος δἐν ὑπερτονίζει, ὅπως ἴσως ἀρχικά φαίνεται, τό θεσμικό χαρακτήρα ἔναντι τοῦ χαρισματικοῦ ἀλλά σημειώνει τή θυσιαστική ἀλληλοπεριχώρηση τῶν δύο καί τήν ἀνἀγκη τοῦ «ἐκκλησιασμοῦ» τους, ἄρα καί ἀποφυγής τῶν ὑπερβολῶν καί τῶν ἐξουσιαστικῶν ὑπερβάσεων ἑκατέρωθεν. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀπό αἰῶνες ἕναν τρόπο ἔκφρασης καί διακήρυξης τῆς διδασκαλίας, τοῦ φρονήματος καί τοῦ ἤθους της. Μπορεῖ νά μεταβάλλονται τά ἐκφραστικά μέσα ἀλλά δέν ἀλλαζει ἡ οὐσία. Ζεῖ τό μυστήριο τῆς ὕπαρξής της. Ὁδεύει τήν ἀτραπό τῆς Ἀλήθειάς της. Ἀκολουθεῖ τόν τρόπο τῆς Κεφαλῆς καί τῶν Ἁγίων της. Τά κλήματα μένουν ἑνωμένα μέ τήν Ἄμπελο. Ἀπομένει στά ἀγωνιζόμενα μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά πραγματώνουν στήν πνευματική πορεία τους τίς διδαχές καί τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων.
[1] Πολύ κατατοπιστικό εἶναι τό βιβλίου τοῦ Ἀρχιμ. (νῦν Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἅγίου Βλασίου) κκ. Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστικό φρόνημα, ἐκδ. β΄, Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 1993
[2] Γνωρίζοντας τίς σχετικές συζητήσεις γιά τό θέμα τονίζουμε ὅτι ἡ ἔννοια «θεσμός» στό ἄρθρο εἶναι περιγραφικός τοῦ ὁρατοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί δέν παραβλέπει τήν ἀξία τοῦ τρόπου ὕπαρξης καί τοῦ βιώματος. (Ἐπισημαίνουμε ὅτι οἱ πρῶτες σκέψεις μας καταστρώθηκαν πρίν τό ἀφιέρωμα στό θέμα «Χάρισμα καί Θεσμός» τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία ΠΗ΄(2017), τ. 1 και 3. Ἡ δημοσίευση τοῦ κειμένου καθυστέρησε λόγω τῆς ἀναστολῆς ἔκδοσης τοῦ περιοδικού πού εἶχε δοθεῖ άρχικῶς, ὁπότε λάβαμε ὑπόψιν καί ἐκεῖνες τίς μελέτες, ὅπου παρατίθεται πλούσια βιβλιογραφία.)
[3] Α΄ Κορ. Κεφ. 12. (Πρβλ. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, Ἔργα Α΄, Ἐκκλησιολογικά Μελετήματα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2016, σ. 316.) Ἐπίσης Ἐφεσ. 4, 7.
[4] Γιά τήν ἔννοια τοῦ χαρισματικοῦ ἀνθρώπου καί ἡγέτη στήν Κοινωνιολογία, βλ. Max Weber, Wirstchagt und Gesellscaft, Tubingen 1980. Βλ. καί Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου, «Θεσμός καί χάρισμα ἐξ ἐπόψεως Κοινωνιολογίας τοῦ Χριστιανισμοῦ», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 119-133. Έπίσης χρήσιμη ἡ μελέτη τοῦ Πρωτ/ρου Ἀθανασίου Γ. Μελισσάρη, «Διαλεκτικές ἀκροβασίες θεσμοῦ καί χαρίσματος στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία. Θεολογική καί ποιμαντικοψυχολογική θεώρηση» Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 219-257
[5] Προδρόμου Ἀκανθόπουλου, Κώδικας ἱερῶν κανόνων καί ἐκκλησιαστικῶν νόμων, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 82, 84, 92, 134, 140, 142.
[6] Ἀρχιμ. Γρηγορίου Δ. Παπαθωμᾶ, «Ἡ ἀντινομική διαπάλη θεσμικοῦ καί χαρισματικοῦ στήν Ἐκκλησία», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 27
[7]Εἰσήχθη ἀπό τόν Hatch καί τόν A. Harnack, βλ. Σταύρου Γιαγκάζογλου, «Θεσμός καί χάρισμα. Προλογικό», Θεολογία ΠΣΤ΄(1/2015) 3-6. Πρβλ. Ἰω. Ζηζιούλα, Ἔργα Α΄, ὅ.π., σσ. 92-93. Γιά αὐτονόμηση ἱερωσύνης καί χαρίματος στόν Προτεσταντισμό γράφει ο Βλάσιος Ιω. Φειδᾶς, «Χάρισμα καί Ἱερωσύνη ὑπό μία ἐκκλησιολογική προοπτική», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 43-72. Πτυχές τοῦ θέματος έξετάζει ὁ Γιῶργος Βλαντῆς «Ἡ προτεσταντική ἐκκλησιολογία μεταξύ χαρίσματος καί θεσμοῦ. Συνοπτική ἱστορικοθεολογική ἐπισκόπηση», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 155-170. Ἐπίσης σημαντική ἡ μελέτη τοῦ Κωνσταντίνου Ε. Παπαπέτρου, «Χάρις, Χαρίσματα καί Ἀξιώματα», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) σσ. 11-22
[8] Πρβλ. Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ἡ Ποιμαντική Διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, ἐκδ. Ἄθως, Άθήνα 2003, σ. 75.
[9] Ὅπως συμβαίνει καί μέ ἄλλους ἁγίους, βλ. Βασιλείου Α. Τσίγκου, «Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα συνύπαρξης καί συνεκδήλωσης θεσμοῦ καί χαρίσματος», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 47-65
[10] Ἀνάλυση βλ. στό Nenad Milosevic, «Χάρισμα καί θεσμός στή Θεία Εὐχαριστία», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 135-153
[11] Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱ. Μονή Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2003, σ. 201.
[12] Ρωμ. 9,3
[13] Μητρ. Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κκ. Ἱερεμίας, Ὑπακοή στήν έπίσημη Ἐκκλησία, Σύντομο Κήρυγμα (23 Οκτωβρίου 2020)
[14] Γέροντος Πορφυρίου, Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ἐκδ. Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος Μήλεσι Άττικῆς, Ἀθήνα 2003, σ. 164.
[15] Ἰω. Ζηζιούλα, Ἔργα Α΄, ὅ.π., σ. 713.
[16] Τὴ γνώμη αὐτὴ ἐκφράζουν σημαντικοὶ θεολόγοι ὅπως ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ὁ Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος, «Τά χαρισματικά καί τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ἤγουν Πεντηκοστή καί Θεία Εὐχαριστία», Θεολογία ΠΗ΄(1/2017) 5-41
[17] Γέροντος Πορφυρίου, Ἀνθολόγιο, ὅ.π., σ. 164.
[18] Ἁγίου Πορφυρίου, Βίος, ὅ.π., σ. 206.
[19] Πράξεις, 15, 1-35
[20] Ἰγνατίου, ἐπιστολές πρός Σμυρναίους, Φιλαδελφεῖς καί Ἐφεσίους
[21] Γέροντος Πορφυρίου, Ἀνθολόγιο, ὅ.π., σ. 132.
[22] Μτθ. 5,15.
[23] Ἰω. Ζηζιούλα, Ἔργα Α΄, ὅ.π., σ. 110.
[24] Μτθ. 21,21
[25] Γέροντος Πορφυρίου, Ἄνθολόγιο, ὅ.π., σ. 195.
[26] Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου, «Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ πορεία μας πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», Ἄγκυρα Ἐλπίδος 91, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2016, σσ. 16-25.
[27] Εγκύκλιος της Ι. Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, Κυριακή της Ορθοδοξίας 2018.
Νέα
Αυτός το πεδίο είναι κενό.
Νέα
Αυτός το πεδίο είναι κενό.